διάσφυξις

διάσφυξις, εως, , ([etym.] σφύζω)
A pulsation,

φλεβῶν Hp.Alim.48

;

ἀρτηρίης Aret.SA2.2

; throbbing,

ἐγκεφάλου Id.CD1.3

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάσφυξις — διάσφυξις, η (Α) 1. δυνατός σφυγμός 2. παλμός. [ΕΤΥΜΟΛ. < διά + σφύξις «σφυγμός» < σφύζω*) …   Dictionary of Greek

  • διάσφυξις — pulsation fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασφύξεσι — διάσφυξις pulsation fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασφύξιες — διάσφυξις pulsation fem nom/voc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.